Οι πιο σημαντικές
διεθνείς νομικές συμφωνίες που επηρεάζουν την πολιτική απέναντι στο αλκοόλ
είναι η Γενική Συμφωνία Δασμών και Εμπορίου (General Agreement on Tariffs and Trade - GATT), που αφορά στα αγαθά, και η Γενική Συμφωνία
Εμπορικών Υπηρεσιών (General Agreement on Trade in Services - GATS). Ωστόσο στην πράξη, η μεγαλύτερη επίδραση στην
πολιτική κατά του αλκοόλ έχει επέλθει από τους νόμους της Ευρωπαϊκής Ένωσης
περί εμπορίου. Οι πιο πολλές περιπτώσεις αναφορικά με το αλκοόλ, πηγάζουν από
τον κανονισμό φορολόγησης περί «εθνικού χειρισμού», που σημαίνει ότι τα κράτη
απαγορεύεται να λειτουργούν υπό καθεστώς διακρίσεων -άμεσα ή έμμεσα- υπέρ των
τοπικών προϊόντων και έναντι των εισαγώγιμων από άλλες περιοχές της Ε.Ε.
Κάθε κράτος της Ε.Ε.
έχει ένα σύνολο νόμων και διατάξεων που διαχωρίζουν το αλκοόλ από τα άλλα αγαθά
του εμπορίου, συχνά για λόγους Δημόσιας Υγείας. Παρ’ όλη την οικουμενικότητα
των πολιτικών απέναντι στο αλκοόλ, σχεδόν οι μισές ευρωπαϊκές χώρες ακόμη δεν
έχουν ένα σχέδιο δράσης ή ένα συντονιστικό όργανο για το αλκοόλ. Ακόμη κι έτσι,
οι περισσότερες χώρες έχουν προγράμματα πολιτικής κατά του αλκοόλ, από τα οποία
τα σχολικά εκπαιδευτικά προγράμματα είναι τα πλέον συνηθισμένα σε όλη την
Ευρώπη. Όλες οι χώρες επίσης έχουν κάποια μορφή περιορισμών σε θέματα οδήγησης
υπό την επήρεια αλκοόλ, με όλες, πλην του Ηνωμένου Βασιλείου, της Ιρλανδίας και
του Λουξεμβούργου, να έχουν ως ανώτατο επιτρεπτό όριο συγκέντρωσης του αλκοόλ
στο αίμα των οδηγών, τα 0,5gr/ lt που
προτείνει η Ευρωπαϊκή Επιτροπή.
Οι πωλήσεις αλκοόλ στις
περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες γενικά διέπονται από περιορισμούς, σε λίγες
περιπτώσεις λόγω ύπαρξης μονοπωλίου, συχνότερα λόγω της υποχρέωσης έκδοσης
αδειών, ενώ συχνά υπάρχει και περιορισμός στα σημεία της πώλησης. Η φορολόγηση
των αλκοολούχων σκευασμάτων είναι άλλη μία συνήθης πρακτική στις ευρωπαϊκές
χώρες, αν και οι φόροι διαφέρουν σημαντικά μεταξύ των κρατών. Αυτό γίνεται
εμφανές στην περίπτωση της παραγωγής οίνου, όπου σχεδόν οι μισές ευρωπαϊκές
χώρες δεν επιβάλουν κανενός είδους φορολογία, ενώ 1 στις 5 χώρες έχει ένα
ποσοστό φόρου άνω των 1.000 Ευρώ, προσαρμοσμένο στην αγοραστική δύναμη. Γενικά
η φορολογία είναι υψηλότερη στη Βόρεια Ευρώπη και χαμηλότερη στη Νότια και σε περιοχές
της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης.
